Tuesday, June 20, 2006

#11 This train will take you... anyway.

Βδομάδες και μήνες περνούσαν. Κι εκείνος στεκόταν πάντοτε εκεί, μπροστά στις γραμμές του τρένου, σε απόσταση αναπνοής από το κενό. Προσπαθώντας να αφαιρεθεί και σταδιακά να ζαλιστεί, μπας και πέσει. Μέρα με τη μέρα, όμως, καταλάβαινε πως δεν είχε γεννηθεί για να φύγει σαν αυτόχειρας... Και κάθε μέρα ξανά, στο σταθμό, τα ίδια. Η εμμονή δεν άλλαζε. Έφτιαχνε με το μυαλό του επετείους με νόημα, αιτίες δραματικές που δεν του επέτρεπαν να ζει, σκηνοθετούσε τη στιγμή που το τρένο θα τον έκανε κομμάτια, καλούσε συγγενείς και φίλους στο μνημόσυνο, πετούσε ψηλά, από μια άλλη ζωή, σαν τουρίστας που επισκέπτεται την πόλη για πρώτη φορά, χάζευε τις ζωές των άλλων με μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης κι όταν το κορμί δεν κρατούσε περισσότερο ή στέρευε η φαντασία του, έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω για να πλησιάσει το παγκάκι και να κάτσει. Οι γραμμές δεν φαίνονταν από’ κει. Δεν του έβαζαν ιδέες...

Μ’ ένα φίλο του μια μέρα στεκόντουσαν μαζί, στον ίδιο σταθμό. Αυτόν που είχε επιλέξει σαν το καλύτερο σκηνικό για τον τόσο κινηματογραφικό θάνατό του. Γύρισε και τον κοίταξε καλά ο φίλος του. Κι ύστερα έβαλε τα γέλια. «Δε σ’ έχω ικανό, ρε Μ.», του είπε. Και συνέχισε να γελά. «Βάζεις στοίχημα;», απάντησε εκείνος. Και σηκώθηκε προς τις γραμμές, με βιαστικά βήματα, τόσο που έκανε τους γύρω να πιστέψουν πως ήταν αποφασισμένος για κάτι κακό. Μπροστά στο κενό σταμάτησε, το κορμί του λικνίστηκε λες κι έχανε την ισορροπία του και με μια κίνηση απεγνωσμένη προς τα πίσω βρέθηκε να προσγειώνεται με βία στη λεκάνη του. Ο κόσμος γελούσε μαζί του κι ο φίλος του προσπαθούσε να τον σηκώσει και να τον στήσει ξανά σε όρθια στάση, λες και είχε να κάνει με ελαττωματικό στρατιωτάκι.

Κάμποσο καιρό αργότερα, φορτωμένος ειδήσεις, μνήμες, κατήφεια και αλλεπάλληλους πόνους που πάντοτε αποκαλούσε «ψυχοσωματικούς» γιατί δεν παραδέχτηκε ποτέ πως τον πήρανε και τα χρόνια, ο κύριος Μ. γύρισε αργά το κεφάλι του προς τ’ αριστερά και είδε τα φώτα του τρένου να πλησιάζουν. Ανασηκώθηκε όπως τόσες άλλες φορές, βημάτισε προς το κενό σε σωστό timing με τον ερχομό του τρένου και, λίγο πριν κλείσει τα μάτια, άκουσε μια δυνατή κραυγή. Ελάχιστα μέτρα πριν από εκείνον, μια γυναίκα, πιο αποφασιστική, έδινε τη βουτιά της στο κενό για να χαθεί μέσα σ’ ένα λουτρό αίματος. Ήταν τόσο κοντά ο κύριο Μ. που τα ρούχα του και το πρόσωπό του ακόμη γέμισαν πιτσιλιές.

Ο κύριος Μ. δεν πρόλαβε να δει το πολτοποιημένο σώμα της άγνωστης γυναίκας. Είχε ήδη σωριαστεί στο έδαφος. Καρδιακή προσβολή, είπαν οι γιατροί που μάζεψαν και το δικό του πτώμα. Ακαριαίος θάνατος. Μάλλον από τη στιγμή που ένοιωσε τις σταγόνες πάνω στο πρόσωπό του. Από φόβο πως έτσι θα πέθαινε κι εκείνος.

Friday, February 10, 2006

#10 Νοσταλγία.

Η ζωή φέρθηκε καλά στον Φ. Όλα του είχαν έρθει όπως τα περίμενε. Όχι, όμως, όπως ακριβώς τα ήθελε. Ο Φ. ήταν ένα κλασικό μοναχοπαίδι. Σχεδόν κακομαθημένος, είχε ότι ζητούσε από τον περίγυρό του, ήταν το success story για όλο του το σόι. Παντρεύτηκε νωρίς, έκανε ένα παιδί, είχε μια πολύ καλή δουλειά και μια γυναίκα πίσω του να τον καλύπτει στα πάντα. Ακόμη και να κάνει τα στραβά μάτια όταν εκείνος ξενοκοιμόταν.

Καθώς ο Φ. μεγάλωνε, οι πάντες γύρω του παρατηρούσαν πιο προσεκτικά τη συμπεριφορά του, εξέταζαν το παραμικρό με πιο αντικειμενικό τρόπο και στο τέλος όλοι κατάλαβαν τη μεγάλη απάτη: ο Φ. ήταν πάντοτε απών! Ο εγωισμός του δεν του επέτρεπε ποτέ να δει γύρω του, να μοιραστεί κάτι δικό του και να δώσει το παραμικρό ακόμη και σ’ εκείνους που υποτίθεται πως αγαπούσε. Η στιγμή της σύγκρουσης με την πραγματικότητα των άλλων ήταν αναπόφευκτη.

Μόλις πάτησε τα 40 όλα του έφταιγαν. Και πάνω σ’ αυτή του την έκρηξη, όλοι βρήκαν την ευκαιρία να του πουν πως ποτέ δε βρισκόταν «εκεί». Στο σπίτι του, σαν πατέρας και σύζυγος. Στους φίλους του σαν ένα στήριγμα και μια αγκαλιά αγάπης. Στους γονείς που ξέγραψε όταν βρήκε υποκατάστατο φροντίδας. Στις περιστασιακές γκόμενες που θυμόταν μονάχα όποτε έπρεπε να γαμήσει. Ο Φ. ήταν μονίμως απών. Κι όταν όλοι ένοιωσαν πως μπορούν να ζήσουν μια χαρά και χωρίς αυτόν, βρέθηκε ξαφνικά τόσο μόνος όσο το τελευταίο ζωντανό πλάσμα στην πιο απόμερη άκρη του πλανήτη.

Η απουσία όλων αυτών των πραγμάτων δεν του ήταν συνηθισμένη, κι ας ζούσε σα να μην υπήρχαν όλοι οι άλλοι. Για πρώτη φορά, λοιπόν, ο Φ. άρχισε να κάνει διστακτικές απόπειρες να βγει από τον εαυτό του, να ζήσει στον κόσμο των άλλων και να δώσει παρουσία με πράξεις. Ήταν φανερό. Ο Φ. νοσταλγούσε τα πάντα γύρω του. Τον κόσμο που είχε πλάσει εν τη απουσία του. Το προσπάθησε, συνειδητά. Αλλά απέτυχε. Και κατέρρευσε.

Ο φύλακας στεκόταν και πάλι απορημένος έξω από το ολόλευκο, αδειανό κελί. Το μυαλό του δε μπορούσε να το συλλάβει, κι ας το έβλεπε μπροστά του, με τα ίδια του τα μάτια. Ο Φ. έμενε για ώρες έτσι, ανέκφραστος. Αιωρούμενος. Σε μια στάση που μαρτυρούσε πόσο απολάμβανε να ξαπλώνει έτσι, στο κενό. Ένας γιατρός, προσπαθώντας να δώσει μια εξήγηση, είχε πει κάποτε πως η νοσταλγία για πράγματα που μπορεί να μη μας ανήκουν, ή να μην είχαν υπάρξει ποτέ, έχει τη δύναμη να πραγματοποιεί τα πιο ασυνήθιστα φαινόμενα.

Thursday, January 12, 2006

#9 Πνοή.

Η Ζ. ήταν ένα παιδί δίχως φαντασία. Από νωρίς είχε μάθει να βλέπει τα πάντα ρεαλιστικά. Απομυθοποιώντας το παραμικρό, μοιραία, τίποτα δεν τη χαροποιούσε. Την πήγαιναν οι γονείς της σε θεάματα διάφορα κι εκείνη στο τέλος τους έλεγε: «Ε, και; Αυτό ήταν όλο;». Στο σχολείο οι συμμαθητές της σταμάτησαν να την κάνουν παρέα. Τους χαλούσε τη διάθεση. Και δεν είχε ποτέ κέφι για παιχνίδι. Κοιτούσε για λίγο κι ύστερα την έχανες. «Στον κόσμο του είναι το κοριτσάκι», έλεγαν κι οι δάσκαλοι.

Μια μέρα το σπίτι της έπιασε φωτιά. Δεν πρόλαβε κανείς να σώσει τίποτα, όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Και χάθηκε και το αδερφάκι της. Εκεί, ανάμεσα στους πυροσβέστες και τους γείτονες, τις κραυγές της μάνας κι όλη τη δυστυχία του κόσμου να εκφωνείται ζωντανά από τους ρεπόρτερ της τηλεόρασης, η Ζ. αντίκρισε για λίγο το θέαμα και γύρισε την πλάτη μονολογώντας: «Φωτιά είναι, θα σβήσει...». Ο πατέρας της τη χαστούκισε. Κι εκείνη τον μίσησε. Μέχρι την ώρα που έκλεισε τα μάτια του για πάντα. Στην κηδεία δεν έδειχνε θλιμμένη. Τα συλλυπητήρια τους έδιναν όσοι είχαν έρθει από το σόι, «Όλοι εκεί θα καταλήξουμε...» τους απαντούσε εκείνη.

Από κάποιον θα το βρει, ήλπιζαν όσοι τη γνώριζαν πραγματικά. Όμορφη ήταν. Κι έξυπνη αρκετά για να επιβιώσει με τέτοιο χαρακτήρα. Αλλά τίποτα δημιουργικό δεν της ταίριαζε. Ψυχρά κι ορθολογιστικά ήταν όλα για τη Ζ. Και μοναχικά.

Το’ φερε η ζωή να μάθει τι θα πει αγάπη κάποτε. Κι έπεσε με τα μούτρα. Ερωτεύθηκε με τρέλα, έδωσε ότι είχε, αλλά όταν εκείνος κατάλαβε από τι ήταν φτιαγμένη η καρδιά της, σηκώθηκε κι έφυγε. Πόνεσε πολύ η Ζ. Όσο δε μπορούσε να φανταστεί κανείς. Την έχασαν οι πάντες, πέρασε βδομάδα, και περισσότερες μέρες ακόμη. Κάποιοι έδειξαν λίγη ανθρωπιά και την αναζήτησαν. Μέχρι που πήραν και την αστυνομία. Χρειάστηκε να παραβιαστεί η πόρτα για να μπουν μέσα στο διαμέρισμά της. Και τη βρήκαν, στο πάτωμα, παράλυτη στα πόδια.

Της πήρε καιρό να συνηθίσει την αναπηρική καρέκλα. Από εγωισμό δε ζήτησε ποτέ τη βοήθεια κανενός. Αν τολμούσες να τη σπρώξεις, σε είχε καταραστεί. Όλα τα έκανε με δυσκολία στην καθημερινότητά της, πια. Είχε αντοχή, όμως. Αρκεί να μην της θύμιζε κανείς τι θα πει αγάπη...

Ένα πρωινό, χαζεύοντας το πάρκο απέναντι και τα πιτσιρίκια που έπαιζαν, της ήρθε η μαγική έμπνευση. Κάτι πρωτοφανές για τη Ζ! Σύρθηκε βιαστικά στους ορόφους, έδωσε φόρα στο καροτσάκι της και βγήκε ν’ αγοράσει όσα περισσότερα μπαλόνια μπορούσε από τα μαγαζάκια της γειτονιάς. Σα μικρό, κακομαθημένο παιδί που ζήλευε αχόρταγα αυτό που έβλεπε και το ήθελε κι εκείνη, δικό της. Γύρισε, λοιπόν, στο σπίτι κι άρχισε να τα φουσκώνει με χαρά. Χωρίς σταματημό.

Ούτε φώτα, ούτε ο παραμικρός ψίθυρος, ούτε σημείο ζωής για μέρες και πάλι. Ξανά οι αστυνομικοί στη γνωστή διεύθυνση, μπροστά από τους σαστισμένους ένοικους και μερικούς δήθεν φίλους που είχαν ανησυχήσει. Δεν ήταν κλειδωμένη, αλλά σχεδόν δεν άνοιγε η πόρτα. Λες και ήτανε φραγμένη. Μέσα, όλο το διαμέρισμα είχε γεμίσει ασφυκτικά από μπαλόνια! Ξεπετάγονταν από παντού, σα να είχαν αγωνία να βγουν έξω και να τα πάρει ο αέρας ψηλά, μακριά, απελευθερώνοντας το άψυχο κορμί της Ζ. Σιώπησαν όλοι με το που την είδαν. Εκτός από τα παιδάκια στο απέναντι πάρκο, που πηδούσαν όλο χαρά για να πιάσουν από ένα μπαλόνι και να παίξουν μαζί του. Στ’ αυτιά τους μονάχα ηχούσαν οι εκατοντάδες φωνές με τα θέλω μιας ολόκληρης ζωής...

Friday, December 02, 2005

#8 Gravity.

Η Ρ. περίμενε την αγάπη για πολλά χρόνια. Σχεδίαζε κιόλας αυτό που θα της έρθει! Από παρουσιαστικό και χαρακτήρα μέχρι αγαπημένες συνήθειες. Νόμιζε πως ο χρόνος της έδινε το δικαίωμα, και το θράσος της μεγάλωνε ανάλογα με την προσμονή της αυτή. Τελικά, τα πάντα συνέβησαν με το λάθος τρόπο. Αλλά ήταν το πιο όμορφο λάθος...

Όχι ότι είχε προβλήματα μεγέθους, αλλά της ερχόταν λίγο μεγάλος. Σε όλα του. Ευτυχώς όχι και στα χρόνια, όμως. Ήταν μια παρηγοριά κι αυτή. Ειδικά όταν σκεφτόταν πως θα ζήσουνε μαζί. Τέτοιος ενθουσιασμός! Μέσα σε λίγες μέρες αισθανόταν πως είχε βρει το νόημα της ζωής. Το διασκέδαζε όταν σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών και προσπαθούσε να φτάσει τα χείλη του, καρδιοχτυπούσε περισσότερο από ποτέ όταν ακουμπούσε πάνω στο στήθος του για ν’ ακούσει και τη δική του καρδιά κι έχανε την ισορροπία όταν εκείνος την αγκάλιαζε και αφηνόταν πάνω της με την ανόητη σιγουριά πως θ’ αντέξει το βάρος του. Υπήρξαν φορές που η Ρ. δεν τα κατάφερνε κι έπεφτε κάτω, στο πάτωμα ή στο έδαφος. Γελώντας. Εκείνος θα τη βοηθούσε να σηκωθεί ξανά, θα της έλεγε ευτυχώς που δεν έπεσε μαζί της, πάνω της, εκείνη θα τον αγκάλιαζε και ο κόσμος της θα έβρισκε ξανά την ισορροπία του.

Μια από εκείνες τις φορές, η Ρ. δε βάσταξε. Και του’ πε το «σ’ αγαπώ» που φύλαγε για τόσο καιρό. Εκείνος δεν απάντησε. Της έκλεισε το στόμα μ’ ένα φιλί. Κι εκείνη ξεχάστηκε από την ευτυχία της στιγμής. Αλλά η σκέψη έμεινε μέσα της. Και τη βασάνιζε. Από τότε έψαχνε να βρει κι από μια καινούρια ευκαιρία να του το πει. Και να περιμένει. Ξανά και ξανά και ξανά. Όχι για να πάρει ένα «κι εγώ» σαν απάντηση, αλλά ν’ ακούσει εκείνες, τις ίδιες λέξεις που του χάριζε απλόχερα την κάθε φορά, από συναίσθημα γεμάτες. Αλλά δε γινόταν. Τίποτα. Λες κι εκείνος είχε δώσει όρκο σε τούτη τη ζωή να μη τις προφέρει μαζί αυτές τις λέξεις. Η Ρ. δεν ερμήνευε αυτή του την «άρνηση» σαν κάτι κακό. Το ένοιωθε πως ήταν ερωτευμένος μαζί της. Η εμπιστοσύνη της, όμως, πληγωνόταν. Κι όλο περίμενε. Γιατί ήξερε πως εκείνη η ώρα θα’ ρθεί.

Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς την έκπληξη της Ρ. όταν άκουσε το «σ’ αγαπώ» του. Δε μπορούσε να σταματήσει να χαμογελά. Δε μπορούσε ν’ ακούσει άλλο ήχο γύρω της πέρα από αυτά τα λόγια. Και ήταν μυστήριο κάπως, αλλά μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Η καρδιά της χτυπούσε πιο δυνατά από εκείνη τη μέρα. Μαζί με το φόβο. Η Ρ. ήξερε πολύ καλά πως δεν πετούσε στα σύννεφα. Η βαρύτητα της αλήθειας κρατούσε τα πόδια της γερά στο έδαφος. Κανείς δεν έλεγε πως αυτή η σχέση θα ήταν αιώνια. Θα το ήθελε. Αλλά δε μπορούσε να ορίσει το μέλλον τους. Και κάθε μέρα που περνούσε την τρομοκρατούσε όλο και περισσότερο. Προσπαθούσε να σταματήσει τις κακές σκέψεις, γραπωνόταν από παντού πάνω του κι έσφιγγε τα χέρια της με δύναμη για να κρατηθεί στο τώρα, τρέμοντας για το αύριο. Την τρέλαινε η ιδέα του χωρισμού. Κάθε λεπτό της ώρας. Ασταμάτητα.

Ανίκανη ν’ αντέξει το πέρασμα του χρόνου με αυτό τον τρόπο, λίγες μέρες μετά το «σ’ αγαπώ» του, η Ρ. άρχισε να πατά τα πλήκτρα του κινητού της, εξηγώντας αυτή τη φοβία της. Ότι δε θα μπορούσε να ζήσει τη στιγμή που εκείνος θα έφευγε, που δε θα υπήρχε πια αγάπη στη ζωή της. Και με όσο θάρρος της απόμενε, καθώς έχανε την ισορροπία της προς το κενό, πάτησε το send. Χωρίς να κοιτά κάτω. Το μήνυμα είχε σταλεί πριν το τηλέφωνο θρυμματιστεί στο έδαφος. Κι έτσι δε χώρισαν ποτέ.

Monday, July 25, 2005

#7 Πως είπαμε πως είναι τ' όνομά σου;

Ο _____ μισούσε τις ονομαστικές εορτές. Όλα ξεκίνησαν από την ημέρα της βάπτισής του. Οι γονείς και τα δύο σόγια είχαν ανοίξει μέτωπα και δε συμβιβάζονταν με καμία διπλή ονομασία. Πάνω στην ύστατη στιγμή, βαράει ο πατέρας μια τουφεκιά, παγώνουν όλοι στο παρεκκλήσι κι ο παπάς με το μωρό στα χέρια, πηγαίνοντας ν’ ανασάνει, λύνει τη σιωπή με ένα «_____».

Ήταν προφανές πως μ’ ένα τέτοιο όνομα, ο _____ δεν θα γιόρταζε ποτέ. Κι από μικρό παιδί μισούσε όλους όσους είχαν ένα κανονικό, θρησκευτικό όνομα. Μισούσε τη κάθε μέρα που όλοι θυμόντουσαν αυτό το όνομα, που ήθελαν να εκφράσουν την αγάπη τους με κάθε τρόπο, τηλεφωνώντας, στέλνοντας μηνύματα ή δωρίζοντας το παραμικρό, για μια τόση δα λέξη. Για όνομα, δηλαδή...

Χρόνια πολλά πέρασαν δίχως ένα «χρόνια πολλά». Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν μια μοιραία μέρα για τον ____, όλα του πήγαιναν στραβά, από δουλειά μέχρι και προσωπικά. Για να ξελασκάρει από σκέψεις κι ανθρώπους, το βράδυ αποφασίζει να βγει έξω μόνος. Πολλές φορές το χρειαζόταν αυτό κι ας τον έλεγαν οι φίλοι του ακοινώνητο. Συνήθως έκανε βόλτες μακρινές με τα πόδια. Άλλες φορές, επειδή δε μπορούσε να ζήσει χωρίς μουσική, έμπαινε στ’ αμάξι και χανόταν οδηγώντας σε δρόμους παραλιακούς, για να μελαγχολεί και να γελάει ταυτόχρονα σαρκάζοντας τα ρομαντικά στερεότυπα. Εκείνο το βράδυ είχε επιλέξει να «χαθεί» ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους, σε μαγαζιά πολυσύχναστα, πολύβουα, γεμάτα από ανθρώπους που μιλούσαν ο ένας στον άλλον επαναλαμβάνοντας εκατοντάδες μικρά ονόματα.

Ξεκίνησε από ένα εστιατόριο σνομπίστικο, όπου συνήθως δεν τολμούσες να διαβείς την πόρτα του δίχως κράτηση. Κάτι που δεν έκανε ποτέ ο _____, γιατί δεν ήθελε να αντιμετωπίσει το σαστισμένο βλέμμα ή την άβολη σιωπή του εκάστοτε μετρ του μαγαζιού. Για κακή του τύχη, ήταν όλο κλεισμένο από κάποιον επώνυμο που γλεντούσε για την ονομαστική του εορτή. Στο δεύτερο εστιατόριο της αρεσκείας του, τον έβαλαν δίπλα σ’ ένα μεγάλο τραπέζι που έκανε απίστευτο θόρυβο. Ίσως γι’ αυτό ήταν και το μοναδικό ελεύθερο. Κάποια στιγμή έσβησαν όλα τα φώτα κι από το μισοσκόταδο ξεπρόβαλλε μια τούρτα. Ήξερε πολύ καλά ο _____ τι σήμαινε αυτό. Ήταν τόσο γκαντέμης.

Αργότερα κατέληξε σ’ ένα μπαρ. Οι πιθανότητες έλεγαν πως θα έπεφτε πάνω σε παρέα καλεσμένη από εορτάζοντα, που εκείνη τη στιγμή θα κερνούσε σφηνάκια και θα άνοιγε σαμπάνιες, καταβρέχοντας τους πάντες και χασκογελώντας σα να μη συνέβαινε τίποτα. Ποιος μπορούσε να πει κακή κουβέντα ή να χαλάσει το κέφι ενός ανθρώπου που γιόρταζε, έστω και για τ’ όνομά του; Κάθισε μουτρωμένος στο μπαρ, παρήγγειλε ποτό, προσπάθησε να μην κοιτάζει γύρω, κι έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να κρατήσει την οργή του όταν ένας φελλός προσγειώθηκε στο μέτωπό του, δευτερόλεπτα πριν γίνει μούσκεμα από αδιευκρίνιστης ποιότητας και προέλευσης αφρώδη οίνο. Βρωμοκοπούσε. Μια κοπέλα τον πλησιάζει με μια πετσέτα. Μάλλον δούλευε στο μπαρ. Την γλυκοκοίταξε κι εκείνη το κατάλαβε. Χαμογελούσε, πια. Πήγε να τη ρωτήσει κάτι, εκείνη δεν άκουσε, το φώναξε ξανά, να την ευχαριστήσει ήθελε βασικά, με μια παύση ερευνητική στο τέλος, σα να ρωτούσε δειλά πως ήταν τ’ όνομά της. «____ με λένε», του απάντησε ακόμα πιο αμήχανη εκείνη. «Εγώ είμαι ο _____», συνέχισε εκείνος. Κοιταχτήκανε καλά στα μάτια. Κοκκίνισαν για λίγο. «Πότε γιορτάζεις εσύ; Να ξέρω πότε να σε κεράσω, δηλαδή», του είπε κι εκείνος, δίχως να σκεφτεί τι να πρωτοπεί, πλησίασε στ’ αφτί της και της ψιθύρισε: «Κάθε μέρα».

Ερωτεύτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Γέλασαν όσο ποτέ στη ζωή τους όταν χρειάστηκε να τυπώσουν τα προσκλητήρια του γάμου τους. Κι έζησαν μαζί ευτυχισμένοι για... χρόνια πολλά.

Friday, July 01, 2005

#6 Χειρονομία.

Ο A. και ο B. γεννήθηκαν μαζί. Δίδυμα. Δεν ήταν η ομοιότητά τους που εντυπωσίασε νοσοκόμες και γιατρούς, αλλά το γεγονός ότι τα δύο αγοράκια βγήκαν από την κοιλιά της μάνας τους κρατώντας το ένα το χέρι του άλλου. Διαρκώς. Στην αρχή ήταν απλά χαριτωμένο και κανείς δεν τόλμησε να τα χωρίσει. Ώρες αργότερα, η επιστήμη σήκωσε τα χέρια ψηλά. Ήρθαν πολλοί γιατροί, κάμερες από την τηλεόραση, κόσμος σαστισμένος. Έκανε το γύρο του κόσμου η είδηση, μετά ξεχάστηκε.

Πέρασαν χρόνια. Στο σχολείο, στις ξένες γλώσσες και στα φροντιστήρια, στις μετέπειτα σπουδές. Από το στρατό πήραν αναβολή. Οι «γαλονάδες» δε μπορούσαν να βγάλουν άκρη με την κατάσταση. Οι άνθρωποι που τους συναντούσαν ήθελαν πάντοτε ν’ ακουμπήσουν τα ενωμένα τους χέρια, λες και ήταν ένα θαύμα που θα τους χάριζε φώτιση. Ευτυχώς, ο A. και ο B. ήταν δύο αγαπημένα αδέλφια.

Με τα φλερτ τους είχαν πρόβλημα, αφού κανένα κορίτσι σωστό δεν τολμούσε να κάνει τέτοιου είδους σχέση. Με τον άλλο δίπλα να παρακολουθεί τα πάντα... Υπήρξαν μερικές που το γούσταραν σα βίτσιο, αλλά ήταν μονάχα για σεξ, τίποτε πιο σοβαρό. Τον στεναχωρούσαν, όμως, πολύ όλα αυτά τον B. Η ανάγκη του να αγαπήσει - και ν’ αγαπηθεί - ήταν εντονότερη από εκείνη του A. Ήταν τόσο ορατό.

Για άλλη μια φορά πληγωμένος από μια αγάπη περαστική, ο B. αισθάνθηκε την ανάγκη να εξομολογηθεί. Σκυμμένος στον ώμο του αδελφού του, πέρασε το κατώφλι μιας εκκλησίας και άφησε τον A. ν’ ακούσει όλο αυτό τον πόνο να βγαίνει απ’ την ψυχή του. Ο A. συγκλονίστηκε. Μόλις εκείνη τη στιγμή κατάλαβε τι ήταν η πραγματική αγάπη. Γύρισε, λοιπόν, και φίλησε τον B. Στο στόμα. Και τότε συνέβη το πιο ανεξήγητο πράγμα που βίωσαν ποτέ: τα χέρια τους χώρισαν.

Με αυτό, το ίδιο χέρι, ο B. χαστούκισε τον A. Κι ύστερα τον άφησε κι έφυγε μακριά. Ο A. έκλαψε. Μονάχος. Και τα δύο αδέλφια δε συναντήθηκαν ποτέ ξανά...

Friday, March 11, 2005

#5 Ιός.

Ο Σ. συνήθιζε να γυρίζει σπίτι ξημερώματα. Γαμιόταν όλη νύχτα στα dark rooms των gay bars, στα πάρκα, στις τουαλέτες, σε δωμάτια ξενοδοχείων. Όπου υπήρχε ευκαιριακό σεξ. Δεν έλεγε όχι σε κανέναν. Ούτε και στις πιο kinky παρτούζες που μπορούσε να διανοηθεί άντρας με τις πιο παράξενες ορέξεις. Ο Σ. ήταν HIV+. Και στ’ αρχίδια του όλοι. «Με ή χωρίς προφυλακτικό;», τον ρωτούσαν. Εκείνος άνοιγε τα πόδια, έσκυβε ή γέμιζε το στόμα του με την καύλα του καθενός. Έτσι την είχε αρπάξει, άλλωστε. Έτσι είχε αποφασίσει να φύγει κι από τούτη τη ζωή. Σαν εκτελεστής. Όχι τιμωρός. Δεν τα είχε με κανέναν. Απλά, σκότωνε με το ίδιο νόμισμα...

Από αγάπη; «Βάλε μια σονάτα του Σοπέν και κάτσε να κλάψουμε μαζί», ήταν η αγαπημένη του ατάκα. Δε ζητάνε τέτοια πράγματα από παιδιά σα τον Σ. Πανέμορφος και με κορμί καλογυμνασμένο και απίστευτα ποθητό, είχε όποιον ήθελε στα πόδια του. Για την ακρίβεια, αυτή ήταν μια από τις αγαπημένες του στάσεις... Που να βρεις αγάπη έτσι; Κάθε μέρα με άλλον;

Αν και ήθελε να πεθάνει, κάποια στιγμή κατάλαβε πως αυτό που έκανε ήταν σκέτη τρέλα. Όχι πως άλλαξε συμπεριφορά ύστερα. Κάτι φάρμακα άρχισε να παίρνει και επισκεπτόταν μια κλινική πιο τακτικά. Εκεί γνώρισε την Τ. Νοσοκόμα το επάγγελμα. Ψυχοπονιάρα, αλλά με την καλή έννοια. Τόσο που άρχισε να τη θαυμάζει ο Σ. Και της ζήτησε να βγουν έξω μια φορά. Είχε ανάγκη από παρέα και την «έριξε» εύκολα με το δράμα του. Πρόβλημα μαζί του δεν είχε κι εκείνη. Ούτε σιχαινόταν ή φοβόταν μη και κολλήσει τίποτα. Στο τέλος, το καθιέρωσαν. Έβγαιναν πιο συστηματικά, βόλτες, σινεμά, φαγητό, για ποτό αργότερα. Κι όταν την άφηνε, ο Σ. έτρεχε στα δικά του τα μέρη.

Κάποτε τη ρώτησε γιατί ήτανε μόνη. «Παιδιά δεν κάνω, βρε αγόρι μου. Ποιος να με πάρει εμένα;», του είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει για να μη βάλει τα κλάματα... «Έχεις εμένα», της είπε ο Σ. και τη φίλησε στο μάγουλο. Και της έφυγαν τα δάκρυα, δε μπορούσε.

Η κατάστασή του χειροτέρευε και η Τ. τον έβλεπε να φεύγει αργά απ’ τη ζωή. Μια νύχτα την πέρασε ολόκληρη δίπλα του, μιλώντας. Εκείνος δεν έπιανε πολλά, θα έφταιγαν τα φάρμακα. Τον ρώτησε αν είχε πάει ποτέ με γυναίκα. Ο Σ. έβαλε τα γέλια. Λίγο αργότερα, έσπρωχνε το πέος του μέσα της. Σε στύση. Και χωρίς καμιά προφύλαξη. Με τα δάχτυλά της μέσα στο στόμα του. «Σ’ αγαπάω», του είπε και τέλειωσαν μαζί.

Πέρασαν μήνες. Η Τ. δε μπόρεσε να πάει στην κηδεία του. Η σύμπτωση ήταν ανεξήγητη. Τη μέρα που πέθαινε ο Σ., εκείνη γεννούσε πρόωρα. Ένα αγοράκι υγιέστατο. Το δικό του παιδί.

#4 The sky is broken.

Ο Η. κατέβηκε μόνος από τη θέση του συνοδηγού. Περπάτησε μέχρι την είσοδο του αεροδρομίου χωρίς να κοιτάξει πίσω. Όπως είχε ζητήσει να γίνει. Αλλά δεν κράτησε την υπόσχεση μέχρι τέλους. Καθώς η γιγάντια περιστρεφόμενη πόρτα γύριζε, μια δύναμη μεγαλύτερη από τη θέλησή του τον ανάγκασε να στρέψει το κεφάλι προς εκείνη την κατεύθυνση, αναζητώντας με αγωνία ένα μαύρο αμάξι που πιθανότατα δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά. Η απόσταση ήταν μεγάλη, πια. Δεν υπήρχε περίπτωση να ανταλλάξουν ξανά ένα βλέμμα. Όλα είχαν τελειώσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Κανείς από τους δυό τους δεν εξουσίαζε το χρόνο...

Ανάμεσα σε ένα πλήθος από Ιάπωνες τουρίστες που βιντεοσκοπούσαν εκστατικά το παραμικρό, ραβίνους που προσεύχονταν με έναν τελετουργικό αλά S&M τρόπο και οικογένειες με μικρά παιδιά που έτρεχαν τσιρίζοντας και μακάρι να μην ήταν στην ίδια πτήση, ο Η. αισθάνθηκε μόνος. Ολότελα μόνος. Ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Περιμένοντας να απογειωθεί, με προορισμό κάτι που δεν ήταν πια το υπέροχο, δικό του σπίτι. Η δουλειά που διάλεξε. Το αμάξι που με κόπους απέκτησε. Οι φίλοι που πίστεψε πως αγάπησε.

Περπατώντας από terminal σε terminal, σε αυτό το αχανές no man’s land, μπερδεμένος από δεκάδες διαλέκτους και σπασμένες προφορές, ο Η. έβαζε στο μυαλό του τις πιο ανόητες επιθυμίες, πράγματα που κανείς στον κόσμο δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί ή να απαιτήσει. Ήξερε πως αν έβγαινε από την πόρτα αυτού του αεροδρομίου, το σφάλμα θα ήταν καταστροφικό. Κι αν γύριζε πίσω, στον κόσμο που ανήκε, θα έβρισκε μονάχα κάτι κατεστραμμένο. Μια ευχή του έμενε, πλέον. Ν’ ανοίξει η γη και να τον καταπιεί!

Ο Η. περίμενε στωικά την αναγγελία αναχώρησης, τσεκάροντας φυσιογνωμίες και μικρές λεπτομέρειες στη συμπεριφορά των άλλων επιβατών. Το gate γέμιζε αφόρητα. Έξω, ο καιρός άστατος. Σκοτεινιά. Τίποτα δεν διαπερνούσε αυτά τα σύννεφα. Λίγο αργότερα στάθηκε στην ουρά, προχώρησε προς τη θέση του, παρακολούθησε τις οδηγίες της αγέλαστης αεροσυνοδού και γράπωσε τα χερούλια του καθίσματος, καθώς αισθάνθηκε την τρομακτική ώθηση προς τα ουράνια. Μέσα στα σύννεφα οι αναταράξεις ήταν έντονες. Και με διάρκεια. Ακούστηκαν μερικές κραυγές, ο πιλότος ζήτησε να σφίξουν όλοι τις ζώνες τους, η κατάσταση χειροτέρευε διαρκώς. Κι ύστερα, ένας δυνατός κρότος που έφερε τη σιωπή.

Το αεροπλάνο δεν είχε περάσει καν τα σύνορα της πόλης. Είχε κοπεί στα δύο, ακριβώς στη σειρά που καθόταν ο Η. Κανένας επιζών. Πέρασαν μέρες εντατικών ερευνών, αναγνώρισης και καταγραφής πτωμάτων. Εκείνο του Η. δεν βρέθηκε ποτέ. Πουθενά. Θα έλεγε κανείς πως ο ουρανός είχε ανοίξει. Και τον κατάπιε...

#3 Colder.

Αν και ήταν φίλος μου, ο Γ. δεν αποκάλυπτε ποτέ τίποτα γύρω από την προσωπική του ζωή. Κανείς δεν ήξερε που έμενε, κανείς δε μπορούσε να μιλήσει για την καταγωγή του, ουδέποτε είχαμε κάποια πληροφορία γύρω από την οικογενειακή του κατάσταση. Γι’ αυτά αναρωτιόμασταν μονάχα όταν ο Γ. δεν ήταν μαζί μας, στην παρέα. Τον υπόλοιπο χρόνο, κανείς δεν τολμούσε να κάνει τέτοια κουβέντα...

Ένα βράδυ περπατούσα με τον Γ. Δεν ήταν επειδή διαφωνούσαμε σε κάτι ή είχαμε τσακωθεί, αλλά πάνω σε μια στιγμή μάλλον παθιασμένη, γύρισε απότομα προς μια βιτρίνα στα δεξιά του, έσφιξε τη γροθιά και χτύπησε με δύναμη το τζάμι. Δε θυμάμαι να έχω ξαναδεί τόσο πολύ αίμα στη ζωή μου. Έδειχνε, όμως, να τα πηγαίνει μια χαρά. Ούτε καν διαμαρτυρήθηκε για τον πόνο. Αρνήθηκε να πάμε σε ένα νοσοκομείο. Και μου ζήτησε να τον συνοδεύσω μέχρι το σπίτι του. Παραγνωρίζοντας το ρίσκο υγείας που μπορεί να έπαιρνε με αυτή του την απόφαση, δέχτηκα. Ήταν αυτονόητο πως κανείς απ’ όσους γνώριζαν τον Γ. δεν θα έπραττε διαφορετικά.

Από το κέντρο της πόλης απομακρυνθήκαμε πολύ. Η διαδρομή ήταν δύσκολη και λόγω του ότι είχε νυχτώσει, δεν είμαι σίγουρος πως θα μπορούσα να την επαναλάβω χωρίς την καθοδήγησή του. Όταν μου είπε «Φτάσαμε», αντίκρισα κάτι τόσο μεγαλόπρεπο και γοτθικό, λες και ήτανε βγαλμένο από έργα του Edgar Allan Poe. Μέσα ερημιά. Ούτε ψυχή, που λένε. Τον βοήθησα με την πληγή και σαν αντάλλαγμα, αν και ήταν κουρασμένος, προσφέρθηκε να με ξεναγήσει στα αχανή δωμάτια της οικίας του, αφήνοντας για το τέλος έναν μακρύ διάδρομο. Κατέληγε σε μια πόρτα, φυσικά. Μια πόρτα που σίγουρα δεν είχε ανοίξει κανείς για καιρό. Όλα τα σημάδια αυτό δήλωναν.

Ύστερα από δική του προτροπή και έχοντας πάρει από τον Γ. το απαραίτητο κλειδί, άνοιξα μόνος τη μυστηριώδη πόρτα. Έκανε κρύο, απότομα. Κι η μυρωδιά του δωματίου δε μου θύμιζε τίποτε από τον δικό μας κόσμο. Το μόνο πράγμα που φώτιζε μέσα ήταν η πλάτη δύο μεταλλικών κατασκευών που σα να έκρυβαν κάτι. Γύρισα να κοιτάξω προς τη μεριά του Γ. πριν προχωρήσω. Είχε φτάσει μέχρι την πόρτα. Δε θέλησε να με σταματήσει. Πλησιάζοντας, κατάλαβα πως αυτά τα δύο μακρόστενα, οριζόντια «κουτιά» δε χρησιμοποιούσαν ενέργεια μόνο για τον φωτισμό τους. Ήταν παγωμένα γιατί η χρηστικότητά τους το απαιτούσε. Ήταν ψυγεία. Μέσα τους, δύο λεπτές, φτιαγμένες από ξύλο πολυθρόνες, μεγαλόπρεπες μα και τόσο λιτές. Άρμοζαν τέλεια στο σοβαρό παρουσιαστικό δύο άψυχων κορμιών, ντυμένων επίσημα και σε στάση που σου έδινε την εντύπωση πως ο άνδρας ήθελε να πιάσει το χέρι της γυναίκας δίπλα του. Τους χώριζε, όμως, η απόσταση, το απροσπέλαστο μέταλλο και η ίδια η ζωή.

Παρά το έντονο σοκ, ήμουν σε θέση να ακούσω τον Γ. να ψιθυρίζει κάτι. Ονοματεπώνυμα, έτος γέννησης, θανάτου, αίτια. Κανείς μας δεν ήξερε πόσο πολύ αγαπούσε τους γονείς του ο Γ. Χωρίς να με γελά η μνήμη μου, τα τελευταία λόγια που άκουσα ποτέ από θνητό ήταν αυτά: «Αλλά μου ήταν αδύνατο να τους θάψω».

#2 Rank.

Η Χ. ήταν πρόσχαρος άνθρωπος. Ευγενική, κομψή, φιλόξενη και πάντοτε έτοιμη να προσφέρει κάτι σε όλους. Φίλους κι αγνώστους. Όλα αυτά την έκαναν δημοφιλή. Όπου κι αν βρίσκονταν, λοιπόν, έφτιαχνε πάντοτε τη δική της Αυλή. Μέχρι τη στιγμή που άρχισε να δείχνει πως μονάχα αυτή μπορεί να κινεί τα νήματα. Τότε η Αυλή αποκτούσε την απαραίτητη ιεραρχία. Και η σειρά άλλαζε διαρκώς, βδομάδα με βδομάδα. Ο βαθμός «επιμέλειάς» σου όριζε και την κατάταξη σου στη λίστα των εκλεκτών.

Φυσικά, δεν πέρασε καιρός πολύς. Η Αυλή άρχισε να αντιδρά. Μερικοί ήθελαν να λιποτακτήσουν. Κάποια στόματα άνοιξαν. Κι έκλειναν, ανάλογα με τον αριθμό κατάταξης της εβδομάδας. Όσο να’ ταν, έπρεπε να είσαι μέλος της Αυλής. Κι ας πλήρωνες το τίμημα. Κανείς δε μπορούσε να σε αποτρέψει από το όνειρο, πως κάποια εβδομάδα θα είσαι ο υπ’ αριθμόν ένα. Ή, ακόμη καλύτερα, πως εσύ θα ήσουν στη θέση της Χ. Ο αρχηγός. Ω, τι τιμή!

Χρόνια πέρασαν πολλά και η Χ. απολάμβανε την εύνοια όλων, γνωρίζοντας όμως πως τα λόγια τους πίσω της έσταζαν φαρμάκι. Γι’ αυτό και έπρεπε να πράξει δραστικά. Παραδειγματικά, επιτέλους. Και επέλεξε τον εξοστρακισμό. Μεγάλη ταραχή έφερε στην Αυλή αυτή η κίνηση. Όχι από αγάπη για το μέλος που χάθηκε. Αναπληρωτές υπήρχαν πάντοτε. Ήταν, όμως, η πρώτη αφορμή για να γεννηθεί ο φόβος. Η απειλή, που έλεγε πως η Αυλή μπορεί να σου κλείσει την πόρτα. Αλλά, τελικά, ποιος ήταν η Αυλή; Όλοι τους συσπειρωμένοι ή μονάχη της η Χ.;

Η απόφαση ήταν σκληρή. Η Χ. έπρεπε να φύγει. Για το καλό όλων. Για την ενότητα της Αυλής ως είχε. Έβαλαν, λοιπόν, μαζί ένα χεράκι όλοι τους και η Χ. έπεσε τόσο χαμηλά που έχασε και το δικαίωμα κατάταξης. Κάτω από το χώμα δεν είχε σημασία, πια...

The End (?)

#1 Νερό.

Ο Π. δεν πήγαινε ποτέ σε κινηματογράφους. Στη δουλειά, οι συνάδελφοί του μιλούσαν συνέχεια για ταινίες και τον έκαναν να αισθάνεται ξένος. Κρυφάκουγε, λοιπόν, τα λόγια τους κι έπειτα έψαχνε να βρει τρόπους για να δει όσο περισσότερες από τις αγαπημένες ταινίες των άλλων μπορούσε, μήπως και καταλάβει κάτι γι’ αυτούς. Μήπως έτσι κατάφερνε να γίνει ένας από αυτούς.

Μια μέρα βρήκε μια ιταλική ταινία που ο τίτλος της κάτι του θύμισε. Έμοιαζε να έχει ιστορίες ξεχωριστές, δίχως πλοκή συγκεκριμένη ή κάποια σύνδεση. Οι άνθρωποι που ήξεραν από σινεμά, αυτές τις ταινίες τις αποκαλούσαν σπονδυλωτές. Στο τελευταίο μέρος, ο ήρωας γυρνούσε από γιατρό σε γιατρό. Και κανείς δε μπορούσε να τον κάνει καλά. Το τέλος ήταν χαρούμενο. Ο ήρωας έζησε. Και κάθε πρωί, αντί για φάρμακα και θεραπείες παράξενες, έπινε ένα ποτήρι νερό. Ο Π. παραξενεύτηκε. Ίσως από διαίσθηση ή κάτι άλλο, πέρα από το νου, του μπήκαν ιδέες. Και πήγε να κάνει μερικές εξετάσεις. Ποτέ κανείς δεν ξέρει, είπε...

Λίγες μέρες αργότερα, ο Π. έμαθε πως έχει καρκίνο. Οι γιατροί ήταν απαισιόδοξοι. Πήγε σε πολλούς. Κανείς δεν του έδινε ελπίδες. Δεν ήξερε τι να κάνει. Παρά να συνεχίσει να ζει. Και να πίνει νερό. Όπως σ’ εκείνη την ταινία. Αποφάσισε πως κανείς δεν έπρεπε να ξέρει. Και δε μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Δεν είχε ανάγκη από οίκτο. Μονάχα από... νερό.

Ο Π. έκοψε το κάπνισμα. Δεν έβρισκες πια τασάκι πάνω στο γραφείο του. Μονάχα ποτήρια. Με νερό. Κι όταν έβγαινε έξω, αγόραζε πάντοτε εκείνα τα μικρά μπουκαλάκια. Στα εστιατόρια έπαιρνε μόνο εμφιαλωμένο, όχι πια κρασί και αλκοόλ. Και στα μπαρ είχε πρόβλημα. Τον κοιτούσαν παράξενα. Συνήθως έπρεπε να παραγγείλει κάτι. Εκείνος απαντούσε με ευγένεια πως θα πλήρωνε σα να έπινε το πιο ακριβό ποτό στο μαγαζί. Κι όταν γύριζε σπίτι το βράδυ, πριν πέσει για ύπνο, είχε πάντα δίπλα του ένα μπουκάλι με νερό. Ύστερα, έσβηνε το φως. Και σκεφτόταν το αύριο, αν αύριο θα ζήσει άλλο ένα 24ωρο. Γεμάτο.

Σήμερα έμαθα πως ο Π. πνίγηκε. Δε ρώτησα πως ή πότε. Όποια απάντηση κι αν μου έδιναν, εγώ θα έλεγα πως ήτανε γραφτό...